Αρχική > Οι ιστορίες > Γιώργος Αμπακούμκιν ...

Γιώργος Αμπακούμκιν - Ελευθερία Τσέλιου

Οι Αναπληρωτές Καθηγητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Γιώργος Αμπακούμκιν και Ελευθερία Τσέλιου, συμμετέχουν σε παγκόσμια έρευνα που διεξάγει αυτή την εποχή μια ομάδα με περισσότερους από 100 ερευνητές από όλο τον κόσμο. Επικεφαλής ερευνητές είναι ο Pontus Leander από το Πανεπιστήμιο του Groningen και ο Jocelyn Belanger από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Abu Dhabi. Η έρευνα αφορά τις ψυχολογικές επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19, αλλά και τους ψυχολογικούς παράγοντες που σχετίζονται με την εξάπλωσή της. Αναγνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό μπορούν από την πλευρά τους να βάλουν «ένα λιθαράκι» στην αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης, έδρασαν άμεσα, μεταφέροντας την έρευνα στα ελληνικά και διαχέοντάς την στη χώρα, με την προοπτική να προστεθούν σε αυτή την παγκόσμα έρευνα δεδομένα από την Ελλάδα.

Αναπληρωτές Καθηγητές Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Έρευνα, Covid-19

Αναπληρωτές Καθηγητές Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Έρευνα, Covid-19

Συμμετέχουν σε παγκόσμια έρευνα για τις ψυχολογικές επιπτώσεις του COVID-19

Θα μπορούσατε να μας παρουσιάσετε συνοπτικά την κύρια ερευνητική σας δραστηριότητα; Σε ποιους τομείς εστιάζεται η έρευνά σας και ποια τα καινοτόμα χαρακτηριστικά της;
 
ΓΑ: Αυτήν την εποχή εστιάζω κυρίως σε δυο θεματικές στον χώρο της Κοινωνικής Ψυχολογίας, τη νοσταλγία ως πόρο για τον εαυτό και τον σχηματισμό προτιμήσεων βάσει περιφερειακών χαρακτηριστικών. Η νοσταλγία, μια έντονη επιθυμία για το παρελθόν, είναι ένα γλυκόπικρο συναίσθημα που έχει διαπιστωθεί ότι έχει ευεργετικές ιδιότητες για τους ανθρώπους. Εξετάζω διάφορους ψυχολογικούς παράγοντες που σχετίζονται με τη νοσταλγία, όπως π.χ. τη σχέση της νοσταλγίας με την αίσθηση της συνέχειας του εαυτού. Η αίσθηση της συνέχειας του εαυτού είναι η αίσθηση ότι έχουμε συνέχεια, ότι είμαστε τα ίδια άτομα που ήμασταν χθες και τα ίδια που θα είμαστε αύριο και έχει κεντρική υπαρξιακή σημασία για τους ανθρώπους.
 
Οι προτιμήσεις μας για ανθρώπους ή πράγματα, πολλές φορές δεν βασίζονται σε κεντρικές τους ιδιότητες, αλλά σε δευτερεύουσες που δεν θα θεωρούσαμε ότι έχουν σχέση με τους λόγους για τους οποίους προτιμάμε κάτι. Για παράδειγμα, το πόσο μας αρέσουν κάποια τραγούδια, συχνά δεν έχει να κάνει με μουσικές τους ιδότητες (όπως μελωδία ή ρυθμός), αλλά με κάποιες άλλες, όπως το πόσο συνχά τα έχουμε ακούσει ή σε τι σειρά ακούσαμε ένα τραγούδι σε σχέση με άλλα.
 
Η έρευνα στη θεματική της νοσταλγίας είναι σχεδόν από μόνη της καινοτόμα, με την έννοια ότι προς την κατεύθυνση της νοσταλγίας ως πόρου για τον εαυτό αναπτύσσεται (με γρήγορο ρυθμό) τα τελευταία 15 χρόνια περίπου. Η θεματική των περιφερειακών ερεθισμάτων και γενικότερα διάφορων γρήγορων αλλά υποβέλτιστων τρόπων για να σχηματίζουμε πεποιθήσεις ή προτιμήσεις δεν είναι νέα, έχει ιστορία τουλάχιστον 50 ετών. Η όποια καινοτομία στη δική μου έρευνα έχει να κάνει με το ότι εστιάζω στην εξετάση κάποιων θεωρητικών πτυχών που δεν έχουν ξεκαθαριστεί ακόμη, για παράδειγμα, αν αρκούμαστε σε ένα περιφερειακό ερέθισμα για να σχηματίσουμε προτίμηση ή αν όταν υπάρχει και ένα δεύτερο το χρησιμοποιούμε και αυτό. Η προσωρινή απάντηση είναι ότι μάλλον ισχύει το δεύτερο.
 
ΕΤ: Τα βασικά ερευνητικά μου ενδιαφέροντα εντάσσονται στο πεδίο της Κλινικής Ψυχολογίας και ειδικότερα στο πεδίο της ψυχοθεραπείας, αλλά και της μεθοδολογίας έρευνας και ειδικότερα των ερμηνευτικών (ποιοτικών) μεθοδολογικών προσεγγίσεων. Αυτή η σύνδεση αντικατοπτρίζει και την παράλληλη διαδρομή μου στον χώρο της κλινικής πράξης (συστημική οικογενειακή ψυχοθεραπεία) και της ακαδημαϊκής δραστηριότητας (έρευνα).Πιο συγκεκριμένα, ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για αυτό που ονομάζουμε έρευνα διεργασίας αλλαγής (change process research) στην ψυχοθεραπεία, δηλαδή για τη μελέτη των διεργασιών μέσω των οποίων επιτυγχάνεται η θεραπευτική αλλαγή, κυρίως όσον αφορά μοντέλα συστημικής οικογενειακής θεραπείας και σύγχρονες μετα-μοντέρνες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις. Για παράδειγμα, έχω ασχοληθεί με θέματα όπως το πώς θεραπευτής/τρια και μέλη της οικογένειας μιλούν για το αναφερόμενο πρόβλημα σε σχέση με ζητήματα ενοχοποίησης και ευθύνης και με το πώς η χρήση συγκεκριμένων θεραπευτικών τεχνικών, όπως για παράδειγμα, η χρήση συγκεκριμένου στυλ ερωτήσεων, μπορεί να συμβάλουν στη θεραπευτική αλλαγή.
 
Επιπλέον, με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η ανάπτυξη μεθοδολογικών προσεγγίσεων για τη μελέτη της ψυχοθεραπευτικής διεργασίας από τον χώρο της ποιοτικής μεθοδολογίας και συγκεκριμένα η χρήση προσεγγίσεων όπως η Ανάλυση Συνομιλίας (Conversation Analysis) και η Ανάλυση Λόγου (Discourse Analysis). Αυτό το σημείο αποτελεί και την καινοτομία στη δική μου έρευνα, καθώς αυτές οι προσεγγίσεις έχουν ελάχιστα αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα στην έρευνα για την ψυχοθεραπεία. Πρόκειται για διεπιστημονικές προσεγγίσεις που συνδέονται με διάφορους επιστημονικούς κλάδους, όπως η γλωσσολογία, η κοινωνιολογία, η ψυχολογία, κ.λπ. Οι συγκεκριμένες μεθοδολογικές προσεγγίσεις παρέχουν τη δυνατότητα να μελετήσει κανείς τη χρήση του λόγου και την ανθρώπινη επικοινωνία, όπως αυτή εκτυλίσσεται φυσικά σε πλαίσια συνομιλίας όπως οι ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες, οι ακαδημαϊκές διαλέξεις, οι καθημερινές συνομιλίες, κ.λπ. Για παράδειγμα, αξιοποιούν κατά κανόνα φυσικά δεδομένα, δηλαδή ηχογραφήσεις/βιντεοσκοπήσεις τέτοιων συνομιλιών. Στο πλαίσιο αυτό έχω ασχοληθεί με τις μεθοδολογικές δυνατότητες αυτών των προσεγγίσεων για τη μελέτη της ψυχοθεραπευτικής διεργασίας, ενώ πρόσφατα έχω επίσης ασχοληθεί και με τη μεθοδολογία των συστηματικών ανασκοπήσεων (systematic reviews) τέτοιου τύπου ερευνών, δηλαδή των συστηματικών διαδικασιών μέσω των οποίων μπορούμε να συγκεντρώσουμε «συμπυκνωμένα» την υπάρχουσα επιστημονική γνώση για μια περιοχή ενδιαφέροντος.
 
Μπορείτε να μας πείτε περισσότερες λεπτομέρειες για την παγκόσμια έρευνα στην οποία συμμετέχετε εκπροσωπώντας το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας; Πως προέκυψε και ποιος είναι ο βασικός της στόχος;
 
ΓΑ: Ως μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κοινωνικής Ψυχολογίας (EASP) έλαβα πριν λίγες ημέρες ένα e-mail από τη λίστα αλληλογραφίας (mailing list) μελών της εταιρείας που καλούσε τα μέλη να συμμετάσχουν στην έρευνα συμπληρώνοντας το ερωτηματολόγιο, αλλά και διαδίδοντας την έρευνα. Σημειώνω εδώ, ότι οι λίστες αλληλογραφίας των διεθνών εταιρειών στις οποίες είμαι μέλος διακινούν συστηματικά προσκλήσεις για συμπλήρωση ερωτηματολογίων και συναφείς συμμετοχές σε έρευνα. Δεν μου κινούν όλες εξίσου το ενδιαφέρον και σίγουρα δεν συμμετέχω σε κάθε μια. Αυτή μου φάνηκε σημαντική, επειδή αναφερόταν στην πανδημία με όρους ψυχολογίας. Εκτός από τις όποιες ψυχολογικές επιπτώσεις ή αποτελέσματα που μπορεί να έχει αυτή πανδημία, μια πτυχή για την εξάπλωση του ιού είναι και η συμπεριφορά. Για παράδειγμα, η Πολιτεία, εκτός από ιατρικές πληροφορίες δίνει πληροφορίες και κάνει προτάσεις και συστάσεις για το τι να κάνουμε και τι να μην κάνουμε, δηλαδή πώς να συμπεριφερόμαστε. Επίσης, κάποιες συμπεριφορές των πολιτών τις επιβάλει (π.χ., κανονισμοί για μετακινήσεις). Άλλοι ακούν τις προτροπές της Πολιτείας, άλλοι όχι. Με τι έχει να κάνει αυτό; Η Ψυχολογία ως επιστήμη της συμπεριφοράς, προσπαθεί να απαντήσει ένα τέτοιο ερώτημα. Αυτό είναι το πλαίσιο που εξηγεί γιατί θεώρησα σημαντική αυτήν την έρευνα. Αφού συμπλήρωσα το ερωτηματολόγιο, ενισχύθηκε η πεποίθησή μου ότι αυτό που είχα μπροστά μου είναι καίριας σημασίας. Αν θα μπορούσα να βάλω ένα λιθαράκι για να βοηθήσω στην αντιμετώπιση της κρίσης, είχα την αίσθηση ότι βρήκα το κατάλληλο. Μου πήρε μόλις λίγα λεπτά για να αποφασίσω να γράψω στον έναν επικεφαλής ερευνητή, τον Pontus Leander από το Πανεπιστήμιο του Groningen -ο άλλος επικεφαλής είναι ο Jocelyn Belanger από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Abu Dhabi-, ρωτώντας τον αν τον ενδιέφερε να έχει αυτή την έρευνα που κυκλοφορούσε ήδη σε πολλές γλώσσες και στα ελληνικά. Του πήρε 15 λεπτά να μου απαντήσει καταφατικά και έτσι ξεκινήσαμε.
 
Ο βασικός στόχος, λοιπόν, της έρευνας είναι να εξετάσει ψυχολογικές συνιστώσες που συμβάλουν/αποτρέπουν σ/την εξάπλωση της πανδημίας, όπως και ψυχολογικές επιπτώσεις της.
 
ΕΤ: Όταν ο Γιώργος Αμπακούμκιν με προσκάλεσε να συμμετάσχω στη συγκεκριμένη έρευνα, παρόλο που αυτή δεν εμπίπτει μεθοδολογικά στην περιοχή που κατά κανόνα δουλεύω τα τελευταία χρόνια, χωρίς πολλή σκέψη είπα αμέσως ναι. Νομίζω ότι όλοι θα θέλαμε να βρούμε έναν τρόπο να συμβάλουμε στην αντιμετώπιση της πανδημίας και αυτή η πρόσκληση ήταν για εμένα μια μοναδική δυνατότητα. Με τη συμμετοχή μου στη συγκεκριμένη έρευνα μου δινόταν η ευκαιρία να συνεχίσω να κάνω αυτό που έτσι κι αλλιώς κάνω, δηλαδή έρευνα, αλλά αυτή τη φορά σε σχέση με κάτι που όπως όλοι/ες μας βιώνω καθημερινά το τελευταίο διάστημα. Θεώρησα πολύ σημαντική τη συγκεκριμένη προσπάθεια και χάρηκα ιδιαίτερα με την ευκαιρία που μου δόθηκε να συνεισφέρω, σε συνεργασία με συναδέλφους από όλο τον κόσμο, στην κατανόηση και, κατ’ επέκταση, στην αντιμετώπιση της εξάπλωσης της πανδημίας, αλλά και των ψυχολογικών της επιπτώσεων.
 
Πως μπορεί να συμπληρώσει κάποιος την έρευνα; Απευθύνεται σε όλους ανεξάρτητα από μορφωτικό επίπεδο ή κοινωνική ομάδα;
 
ΓΑ και ΕΤ: Η έρευνα απευθύνεται σε ενήλικες (18 ετών και άνω). Δεν βάζει κάποιους άλλους περιορισμούς, αυτοί όμως τίθενται έμμεσα από κάποιους άλλους παράγοντες, όπως ότι για να τη συμπληρώσει κάποιος χρειάζεται να γνωρίζει ανάγνωση ή να έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο (μέσω υπολογιστή ή έξυπνης συσκευής). Για να πάρει μέρος κάποιος/α στην έρευνα, αρκεί να πατήσει εδώ για λίγες ημέρες ακόμη. Επιπλέον στην αρχική σελίδα του ερωτηματολογίου υπάρχουν όλες οι απαραίτητες πληροφορίες και οδηγίες για όποιον/α ενδιαφέρεται να συμμετάσχει.
 
Έχει κάποιον χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσης; Πόσοι την έχουν συμπληρώσει έως σήμερα παγκοσμίως και πόσοι από την Ελλάδα;
 
ΓΑ και ΕΤ: Η έρευνα ξεκίνησε αρκετά γρήγορα με σκοπό να προλάβει όσο γίνεται τις εξελίξεις. Έτσι, παρόλο που ο γενικός σχεδιασμός έχει γίνει, αρκετές λεπτομέρειες είναι ακόμη ανοιχτές. Πάντως το ερευνητικό σχέδιο περιλαμβάνει διαδοχικές φάσεις συλλογής δεδομένων και αυτές τις ημέρες η πρώτη φάση πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της. Για τα δεδομένα και το τι δείχνουν, χρειάζεται πρώτα να ολοκληρωθεί τουλάχιστον η πρώτη φάση συλλογής δεδομένων και η ανάλυσή τους για να μπορούμε να πούμε κάτι (ακόμη και για το πόσοι έχουν συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο). Εδώ χρειάζεται λίγη υπομονή.
 
Στα ελληνικά Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα γίνεται εξαιρετική δουλειά σε σχέση με επιστημονικές μελέτες, έρευνες και δράσεις για τον COVID19. Ποιες δράσεις εκτιμάτε ότι πρέπει να ληφθούν ώστε να αξιοποιηθεί το ερευνητικό δυναμικό της χώρας, με στόχο και την ανάσχεση του κύματος μετανάστευσης ποιοτικού ελληνικού  επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό;
 
ΓΑ και ΕΤ: Αφού πρώτα διατυπωθεί μια ξεκάθαρη πολιτική για την έρευνα, με βάση αυτό να τεθούν τα αντίστοιχα κριτήρια για το επιθυμητό ερευνητικό δυναμικό και η προσπάθεια για την προσέλκυσή του να επικεντρώνεται στην ουσία, με όσο γίνεται λιγότερη γραφειοκρατία. Γενικότερα, το θεσμικό πλαίσιο αντιμετωπίζει (και σε θέματα έρευνας) τους πολίτες ως άτομα που πρέπει να αποδείξουν ότι δεν εξαπατούν, και εξαντλεί πολλή ενέργεια σε αυτό. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να τους εμπιστεύεται και να επικεντρωθεί στη λογοδοσία για τα πεπραγμένα τους. Συγκεκριμένες δράσεις για την αξιοποίηση του ερευνητικού δυναμικού της χώρας θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνουν την επανεξέταση της διαδικασίας προκήρυξης και πλήρωσης θέσεων ΔΕΠ ή και χρηματοδότησης νέων ερευνητών, την επαρκή υποστήριξη για τη διεκδίκηση ανταγωνιστικών ερευνητικών προγραμμάτων, αλλά και τη θέσπιση της δυνατότητας για απασχόληση μελών ΔΕΠ σε αμιγώς ερευνητικές θέσεις με απαλλαγή από διδακτικά/διοικητικά καθήκοντα.
 
To κεφάλαιο «Έλληνες του εξωτερικού» πώς το έχετε αξιοποιήσει; Στην έρευνα αυτή συμμετέχουν και άλλοι Έλληνες που εργάζονται σε Πανεπιστήμια/Ερευνητικά Κέντρα στο εξωτερικό;
 
ΓΑ και ΕΤ: Όταν ξεκινήσαμε σε αυτή την έρευνα, υπήρχε ήδη ένας Έλληνας από Πανεπιστήμιο του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος ήταν και ο επικεφαλής της ελληνικής ομάδας. Όμως, για κάποιους εξωτερικούς λόγους, χρειάστηκε να αποχωρήσει. Λόγω της ταχύτητας με την οποία εξελίσσεται η έρευνα, δεν έχουμε αξιοποιήσει έως τώρα ούτε Έλληνες του εξωτερικού ούτε του εσωτερικού.
 
Γενικότερα, επιδιώκετε συνεργασίες/ δικτύωση μαζί τους για συμμετοχή σε ευρωπαϊκά έργα ή άλλες συνέργειες;
 
ΓΑ: Ναι. Μάλιστα, ο συγκεκριμένος που αναφέραμε έτυχε να είναι κάποιος με τον οποίο υπήρξε και στο παρελθόν προσπάθεια να συνεργαστούμε. Δεν έχει όμως ευοδωθεί μέχρι τώρα αυτή η προσπάθεια. Παράλληλα, στο πλαίσιο άλλης έρευνας, συνεργάζομαι με άλλον Έλληνα του εξωτερικού.
ΕΤ: Παρόλο που θα το ήθελα, μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει κάποια σχετική συνεργασία και οι ερευνητικές ομάδες στις οποίες συμμετέχω, αποτελούνται από συναδέλφους με καταγωγή από άλλες χώρες.
 
Κα Τσέλιου, έχετε κάνει το διδακτορικό σας με ευρωπαϊκή υποτροφία Marie Skłodowska Curie. Ποια θεωρείτε ότι είναι η συμβολή τέτοιου είδους προγραμμάτων (όπως και του ERC) στην επαγγελματική σταδιοδρομία των ερευνητών;
 
ΕΤ: Πράγματι είναι όπως το λέτε και η σύντομη απάντηση στην ερώτησή σας είναι ότι χωρίς τη συγκεκριμένη υποτροφία, για οικονομικούς λόγους, πολύ απλά, δεν θα είχα τη δυνατότητα να εκπονήσω τη διδακτορική μου διατριβή στο Ινστιτούτο Ψυχιατρικής, στο King’s College του Παν/μιου του Λονδίνου. Βλέπετε, η δυνατότητα οικονομικής υποστήριξης από την οικογένειά μου, της οποίας η συμβολή υπήρξε ανεκτίμητη για εμένα, είχε εξαντληθεί με την εκπόνηση του μεταπτυχιακού μου στο ίδιο πλαίσιο. Η συγκεκριμένη υποτροφία μου έδωσε τη δυνατότητα να εκπαιδευτώ ερευνητικά σε ένα από τα σημαντικότερα ερευνητικά ινστιτούτα για ψυχολογική έρευνα (Ινστιτούτο Ψυχιατρικής), αλλά κυρίως να εκπαιδευτώ «ακαδημαϊκά», με έμφαση στις διεθνείς επιστημονικές συνεργασίες, δεδομένης και της δυνατότητας που μου έδινε η υποτροφία, για κινητικότητα, π.χ. συμμετοχή σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια κατά τη διάρκεια των σπουδών μου. Βρίσκω τη συμβολή τέτοιων προγραμμάτων ιδιαίτερα ουσιαστική για την ακαδημαϊκή και επαγγελματική σταδιοδρομία των ερευνητών/τριών και για να είμαι ειλικρινής αισθάνομαι ότι δεν έχω εκμεταλλευτεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό όλες τις σχετικές δυνατότητες (π.χ., ERC), στο πλαίσιο της επιστροφής μου στην Ελλάδα.
 
Αν κάποιος/α θέλει να συμβάλει στην έρευνα, μπορεί να συμπληρώσει ή /και να διαδώσει το διαρκείας 20 περίπου λεπτών ερωτηματολόγιο στον σύνδεσμο  που θα παραμείνει ενεργός για λίγες ημέρες ακόμα. Η έρευνα διεξάγεται σε πολλές γλώσσες, και στα ελληνικά (επιλογή γλώσσας επάνω δεξιά στην οθόνη).
 
Γιώργος Αμπακούμκιν, Αναπληρωτής Καθηγητής, Εργαστήριο Ψυχολογίας, Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Ελευθερία Τσέλιου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Εργαστήριο Ψυχολογίας, Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας